έξις
῾Ιερά, ποὺ συγκινεῖ τὴν ἀνθρωπίνην
καρδίαν.
Λέξις, ποὺ ἔγινε παγκοσμίως γνωστή, διότι
αὐτὴν ἐχρησιμοποίησαν οἱ ἅγιοι Εὐαγγελισταί,
διὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὸ χαρμόσυνον μήνυμα
τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, τὴν
λύτρωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν, ποὺ προσέφερε.
Αὐτὴν ἐχρησιμοποίησεν ἡ ᾿Εκκλησία,
διὰ νὰ ὀνομάσῃ τὰ τέσσαρα θεόπνευστα
ἔργα, τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια, μέσα εἰς
τὰ ὁποῖα ἰστορεῖται ἡ ζωὴ καὶ
τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου.
Πράγματι, εὐαγγέλιον σημαίνει τὴν χαρμόσυνον
ἀγγελίαν, τὴν μοναδικήν, διὰ τὴν ἀξίαν
της, εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος.
Καὶ αὐτὴ περιέχει ὅσα ὁ Κύριος
ἐκήρυξε καὶ ἐφανέρωσε καὶ ἔπραξε
διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.
῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἐχρησιμοποίησεν αὐτὴν
τὴν λέξιν.
᾿Εκπληρώνων αὐτὸς καὶ ἐφαρμόζων
εἰς τὸν ἑαυτόν του τὴν προφητείαν τοῦ
῾Ησαΐου ἔλεγεν ὅτι τὸ Πνεῦμα Κυρίου
τὸν εἶχεν ἀποστείλει <εὐαγγελίσαθαι
πτωχοῖς> (Λουκ. δ' 18) νὰ κηρύξῃ εἰς τοὺς
πτωχοὺς καὶ γυμνούς, ἀπὸ ἀπόψεως
ἀρετῆς, ἀνθρώπους τὸ Εὐαγγέλιον.
῾Ο ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μᾶς
πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος περιήρχετο ὅλην
τὴν Γαλιλαίαν, διδάσκουν εἰς τὰς συναγωγὰς
καὶ <κηρύσσων τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας>
(Ματθ. δ' 24, Μάρκ. α' 14).
῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ὠνόμαζε τὸ θεῖον
κήρυγμά του, <Εὐαγγέλιον>. <Μετανοεῖτε,
ἔλεγε, καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ>.
Καὶ <κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον
τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ>
(Μάτθ. κδ' 14, κστ' 13, Μάρκ. η' 35, ι' 29, ιγ' 10 κ. ἀ.).
Δι' αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ διδασκαλία
τοῦ Κυρίου λέγεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους
᾿Αποστόλους <Εὐαγγέλιον Χριστοῦ>, <Εὐαγγέλιον
τῆς χάριτος>, <Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας>,
<Εὐαγγέλιον τὸν Θεοῦ>.
Παντοῦ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, ὅπου
χρησιμοποιεῖται ἡ λέξις αὐτὴ δηλώνει
τὸ χαρμόσυνον μεσσιανικὸν ἄγγελμα διὰ τὴν
σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.
᾿Αλλὰ σημαίνει ἀκόμη καὶ τὰ τέσσαρα
θεόπνευστα ἔργα τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν,
Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ καὶ ᾿Ιωάννου,
εἰς τὰ ὁποῖα ἐκθέτουν τὴν διδασκαλίαν
καὶ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ ἔτσι, μόλις οἱ Χριστιανοὶ ὅλου τοῦ
κόσμου ἀκούσουν τὴν λέξιν <Εὐαγγέλιον>,
ἀμέσως ὁ νοῦς των πηγαίνει εἰς τὰ
τέσσαρα πρῶτα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Αὐτὴν τὴν προσωνυμίαν τὴν ἀπέδωσεν
ὁμοφώνως ἡ ᾿Εκκλησία εἰς τὰ τέσσαρα
Εὐαγγέλια ἀπὸ τῶν πρώτων χριστιανικῶν
αἰώνων.
Βλέπομεν ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν <Διδαχὴν
τῶν δώδεκα ᾿Αποστόλων> νὰ γίνεται
σύστασις πρὸς τοὺς Χριστιανούς, ὅπως πράττουν
<κατὰ τὸ δόγμα τοῦ Εὐαγγελίου>,
νὰ συμβουλεύουν καὶ νὰ ἐλέγχουν ἀκόμη
ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ εἰρήνην, ὅπως
βλέπουν <ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ>, νὰ
κάμνουν τὰς ἐλεημοσύνας καὶ τὰς καλάς
των πράξεις, ὅπως διδάσκονται <ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ
τοῦ Κυρίου ἡμῶν> (ια' 3, ιε' 3-4).
῾Ο φιλόσοφος καὶ μάρτυς ᾿Ιουστῖνος μᾶς
πληροφορεῖ, ὅτι τὰ τέσσαρα θεόπνευστα βιβλία
τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν <καλεῖται
Εὐαγγέλια>.
῾Ο ἴδιος παραθέτει τὸ λόγιον τοῦ Κυρίου
<πάντα μοι παραδέδοται ὑπὸ τὸν Πατρός..>
καὶ προσθέτει· <Γέγραπται ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ>
(Α' ᾿Απολογία 66.40, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα
100. 25).
Τὴν ἰδίαν μαρτυρίαν δίδουν καὶ πολλοὶ
ἄλλοι ἀρχαιότατοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς.
Μὲ πόσον, λοιπόν, σεβασμὸν καὶ πόθον,
μὲ ποίαν ἱερὰν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν
πρέπει νὰ παίρνωμεν εἰς τὰ χέρια μας
τὰ θεόπνευστα αὐτὰ βιβλία, ποὺ ἔχουν
γραφῆ κατ' ἐντολὴν καὶ ἔμπνευσιν τοῦ
῾Αγίου Πνεύματος διὰ τοὺς Χριστιανοὺς
ὅλων τῶν αἰώνων, ἑπομένως καὶ
διὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἡμᾶς, τοὺς
σημερινοὺς Χριστιανούς.
Κάθε λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, λέγει ἕνας
συγγραφεύς, ἀξίζει περισσότερον ἀπὸ
ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου. |